» 

diccionario analógico

beach house (en) - οικοτροφείοpensão - μπανγκαλόουbungalow, casa de campo, casinha, casinhola, chalé, moradia - καλύβαcabana, choça - ελβετικόσ οικίσκοσ, καλύβα βοσκού, ξύλινο σπιτάκι, σαλέcabana, casa - sala capitular (es) - εξοχικό σπίτι, χωριατόσπιτοcasa de campo, casinha - casa, pavilhão - doll's house, dollhouse (en) - Casa geminada - αγροικίαcasa de quinta, fazenda, quinta - gatehouse (en) - ξενώνας, πανσιόνpensão - hacienda (en) - περίπτερο, πρόχειρο οίκημα, σπιτάκιcasinha, refúgios na montanha - hostería, pensión, posada (es) - casita (es) - έπαυλη, αρχοντικό, μέγαροpalacete, solar - ranch house (en) - κατοικία, τόπος διαμονήςresidência - row house, town house (en) - esconderijo - saltbox (en) - πλίθινο σπίτι - solar dwelling, solar house, sun heated house (en) - tract house (en) - casa de campo, villa - conac (ro)[Spéc.]

παρέχω κατάλυμα σε, στεγάζω, φιλοξενώ, φυλάγωacolher, alojar, guardar, sediar[Dérivé]

βιβλιοθήκηbiblioteca - πατάρι, σοφίταático, celeiro, mansarda, sótão, trapeira - είσοδος, στεγασμένη είσοδοςalpendre, pórtico - αναγνωστήριο, γραφείο, μελετητήριοgabinete[Desc]

casa (n.f.) • edifícios residenciais (n.) • firma (n.) • habitação (n.) • Habitações (n.) • teatro (n.) • vivenda (n.) • κατοικία (n.) • σπίτι (n. neu.)

-

 


   Publicidad ▼