Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

chicken farm (en) - αγρόκτημα, κήποσ, μικρό αγρόκτημα, μικρόσ κήποσgranja arrendada - αγρόκτημα παραγωγής γαλακτοκομικών, γαλακτοκομείο, γαλακτοπαραγωγική φάρμα, γαλακτοπωλείοgranja lechera, lechería, vaquería - farmplace, farm-place, farmstead (en) - αγρόκτημαcobertizo - home-farm (en) - χοιροστάσιοgranja porcina, pocilga, zahúrda - ράντσο, φάρμα με βόδιαrancho - χώρος επεξεργασίας λυμάτωνestación depuradora - βοσκότοπος προβάτων - ιπποτροφείοacaballadero, potrero - chacra, huerta - αμπέλι, αμπελώναςviña, viñedo[Spéc.]

παράγωcrecer, producir - farm (en)[Dérivé]

αγροικίαalquería, casal, chacra, cortijo, finca, granja, hacienda, quintería - αυλή αγροκτήματοςcorral[Desc]

cortijo (n.m.) • estancia (n.f.) • explotación agrícola (n.) • finca (n.f.) • granja (n.f.) • hacienda (n.f.) • heredad (n.f.) • labranza (n.) • masada (n.) • masía (n.) • αγρόκτημα (n.) • υποστατικό (n.) • φάρμα (n.)

-

 


   Publicidad ▼