Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

εξοπλισμός, μηχάνημα, συσκευή, σύνεργαaparato, equipamiento - automation (en) - σύστημα ψύξης μηχανής - ηλεκτρικό σύστημα - ηλεκτρονικός εξοπλισμόςequipamiento electronico, equipo electrónico - σύστημα τροφοδοσίας - εξοπλισμός παιχνιδιού - σύνεργαaccesorios, chisme, equipo, juego, kit, parafernalia - life support, life-support system (en) - life support, life-support system (en) - εργαλείο - material de guerra - ναυτικός εξοπλισμός - φωτογραφικός εξοπλισμόςequipo fotográfico - radiotherapy equipment (en) - καταγραφέας ήχων, μηχάνημα εγγραφής ήχων - διασωστικός εξοπλισμός - robotics equipment (en) - τεχνητός δορυφόροςsatélite, satélite artificial - αθλητικός εξοπλισμός - capital - διδακτικό υλικό - test equipment (en)[Spéc.]

εξοπλίζω, εφοδιάζω με τα απαραίτηταarmar, equipar[Dérivé]

aparejos (n.) • bártulos  • bártulos, trastos (n.) • equipamiento (n.) • equipo  • instrumental (n.m.) • pertrechos (n.) • trastos  • utillaje (n.m.) • εξάρτυση (n.) • εξοπλισμός (n.) • σύνεργα

-

 


   Publicidad ▼