Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

artificial skin (en) - bootleg (en) - bubble (en) - canopy (en) - εξωτερικό ελαστικού - chafing gear (en) - μανδύαςMantel - υφασμάτινο κάλυμμα - ένδυμα, ντύσιμο, ρουχισμός, σύνολο ρούχων για συγκεκριμένη περίστασηAusstattung, Kleidung - επίχριση, επικάλυμμα, στρώμαBeschichtung, Schicht, Überzug - casing cover, coverplate, cover plate, end cover, joint cover, pump cover (en) - drape (en) - orejera (es) - fig leaf (en) - δάκτυλοFinger, Zeh - ear muffs, flap (en) - πατάκιBodenbelag, Fußbodenbelag - ντοσιέ, φάκελοςSchnellhefter - είδη υπόδησης, παπούτσι, υπόδημαSchuhwerk - exhaust hood, hood, vented hood, vent hood (en) - Plätschern - empeine (es) - μάσκα, προσωπίδα, προσωπείο, πρόσχημαMaske - mercy seat (en) - Radkasten - planking (en) - ασπίδα, μέσο προστασίαςSchutz, Schutzbedeckung - επικάλυψη, παραβάν, παραπέτασμα, χώρισμαWandschirm - swathing (en) - Daumen - μύτη κάλτσας, παπουτσιούSpitze - κάλυμμα, καπάκι, σκέπασμαAbdeckung, Deckel - ταπετσαρίαPolsterung - περιτύλιγμα, υλικά συσκευασίαςEmballage, Leergut, Verpacken, Verpackung - hood (en) - matting (en)[Spéc.]

καλύπτω, σκεπάζωabdecken, bedecken, verdecken, verhüllen, zudecken[Dérivé]

Bedeckung (n.f.) • σκέπασμα (n.)

-

 


   Publicidad ▼