Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

σφαγείοdegolladero, desolladero, matadero, rastro - πολυκατοικία, φθηνό οίκημα, φτηνό σπίτιedificio de apartamentos, inmueble - αρχιτεκτονικήarquitectura - μεγάλο κλουβί πτηνώνavería, averío, aviario, pajarera - απόδυτηρια κολυμβητών - διάδρομος μπόουλιγκ, κτήριο που διαθέτει πολλούς διαδρόμους μπόουλινγκbolera, pista para bolos - κέντροcentro - sala capitular - έδρα συλλόγου, λέσχηcasa de recreo, chalé, chalet, círculo, club, local del club - οικοτροφείοdormitorio, dormitorio común - εγκαταστάσεις φάρμας - feedlot (en) - fire nest, firetrap (en) - χαρτοπαικτική λέσχηcasa de juego, chirlata, garito, leonera, matute, tablaje, timba - belvedere, cenador, glorieta, pabellón, quiosco - κυβερνητικό κτήριο - θερμοκήπιο, σέραestufa, estufa caliente, invernáculo, invernadero, plantel, veranda, vivero - αίθουσα - hall (en) - αίθουσα της φήμηςpasilio de gloria, salon de gloria - ξενοδοχείοalbergue, hostal, hotel, parador - casino-hotel, hotel-casino (en) - κατοικία, σπίτιcasa - κτήριοcasa - library (en) - ιατρική μονάδαcentro de salud, centro médico - υπουργείοministerio - νεκροθάλαμος, νεκροτομείοdepósito de cadáveres, morgue, tanatorio - αστεροσκοπείοobservatorio - κτήριο γραφείωνedificio comercial, edificio de oficinas - τεκέσ, χασικλίδικο - βοηθητικό κτίσμαaccesoria, anejo, anexo, dependencia - packinghouse (en) - οίκος του Θεού, σκωτική εκκλησία, τόπος λατρείαςcasa de Dios, casa de oración, lugar de culto - planetario - πρεσβυτέριοcasa parroquial, presbiterio - εστιατόριοbodegón, casa de comidas, comedor, lugar para comer, restaurán, restaurante, restorán, rte., sitio para comer - πανδοχείο - πίστα, πίστα παγοδρομίου, πίστα πατινάζ, παγοδρόμιοpatinadero, pista de hielo, pista de hielo/patinaje, pista de patinaje - Roman building (en) - rotonda - ερείπιο, συντρίμμιruina - σχολείοcolegio, escuela - shooting gallery (en) - cabina de señales - ουρανοξύστηςrascacielos - student union (en) - ταβέρναfonda, mesón, pulpería, taberna - carrier hotel, switch hotel, telco building, telecom hotel, telehouse (en) - ναόςtemplo - θέατρο - μπορδέλο, οίκος ανοχής, πορνείο, χαμαιτυπείοbulín, burdel, canaca, casa de citas, casa de prostitución, casa pública, lupanar, mancebía, meublé, mueblé, prostíbulo, putería, tumbadero - administrativní budova (cs) - letištní budova (cs) - obchodní budova (cs) - přízemní budova (cs) - vojenský objekt (cs) - vědecký ústav, výzkumné středisko (cs) - víceúčelová budova (cs) - zpracovatelna (cs) - ústav sociální péče (cs) - zábavní podnik (cs) - beilic (ro) - beilic (ro) - patriarhie (ro) - kahve, kahvehane (tr) - καφενές, καφενείο - Πατριαρχείο - εξωτερικό ιατρείο, κλινικήclínica, clínico - θάλαμος, νοσοκομείοenfermería, hospital, sanatorio - Independence Hall (en) - Houses of Parliament (en)[Spéc.]

édifier (fr)[GenV+comp]

παράρτημα, προσάρτημαaccesoria, anejo, anexo - αίθουσα αναμονής, είσοδος, προθάλαμος, φουαγιέ, χώρος υποδοχήςantecámara, anteportal, antesala, atrio, casapuerta, entrada, foyer, hall, jol, pasillo, portal, recibidor, recibimiento, vestíbulo, zaguán - γωνίαpiedra angular - γωνία, γωνιά, κόγχη, κόχηángulo, esquina, recodo, recoveco, rincón - cornerstone (en) - cornerstone (en) - αυλή, προαύλιοcorte, patio - cullis (en) - ανελκυστήρας, ασανσέρaparato elevador, ascensor, elevador, montacargas - εξωτερική πόρτα, εξώπορτα - πάτωμα, όροφοςnivel, piso, planta - primera piedra - ζέσταμα, θέρμανση, θερμάστρα, θερμοσίφωνας, σύστημα θέρμανσηςcalefacción, calefactor, calentador, calorífero - house door, interior door, internal door (en) - σκεπή, στέγηtecho, tejado - δωμάτιοaposento, cuarto, habitación, pieza, sala - scantling, stud (en) - shaft (en) - προσχέδιο, σκελετόςarmadura, armazón, esqueleto, estructura - σκάλαescalera, escalerilla, escalinata, tramitación - τοίχοςmuro, pared, tabique - παράθυροventana - crawlspace, crawl space, underfloor crawl space (en) - φεγγίτης - ο επάνω όροφος, πάνω όροφος, τα επάνω πατώματαpiso de arriba, piso de superior[Desc]

construcción (n.f.) • edificio (n.) • fábrica (n.f.) • inmueble (n.m.) • κτήριο (n.) • κτίσμα (n.) • οικοδόμημα (n.)

-

 


   Publicidad ▼