Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αυτοβοήθεια, βοήθεια εαυτούauto-ajuda, espírito de iniciativa - facilitação - χέρι, χείρα βοηθείας - καταφυγή, προσφυγήrecurso - thanks (en) - αρωγή, βοήθεια, επικουρία, συμπαράστασηajuda, socorro - διευκόλυνση - προσφορά, υπηρεσίες, χάρη, χατίριfavor, serviço - alojamento - ενίσχυση, ενθάρρυνση, προώθησηincentivo - στήριξη, συμπαράσταση, υποστήριξηapoio - χέρι, χείρα βοηθείαςajuda, mão - comfort (en)[Spéc.]

βοηθώ , καλυτερεύω, παρέχω βοήθεια, συντρέχωajudar, socorrer - ajudar - αντιμετωπίζω, επιλαμβάνομαι, περιποιούμαιassistir, tratar de - βοηθώ, εξυπηρετώajudar, assistir, auxiliar, ser útil - διευκολύνω, παίρνω μέρος, συμμετέχω, συμμετέχω σεajudar, concorrer, contribuir a, contribuir para, entrar em, participar em, tomar parte em - ajudar[Dérivé]

ajuda (n.) • assistência (n.) • auxílio (n.) • serviço (n.) • βοήθεια (n.) • προσφορά (n.) • υπηρεσίες (n.) • χείρα βοηθείας (n.) • χεράκι (n.)

-

 


   Publicidad ▼