Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

κτ. εύκολο, κτ. πανεύκολο, παιχνιδάκιcanja, fácil, moleza, simples - αποκοτιά, τόλμημαaventura, proeza - tarefa - καρπός, παιδί - εγχείρημα, επίπονη προσπάθεια, επιχείρησηempreendimento, esforço, tarefa, tentativa, trabalho - trabajo querido (es) - μαραθώνιοςmaratona - no-brainer (en) - ζήτημα, θέμαproblema - απαιτητικό καθήκον, δύσκολη υπόθεσηmuito trabalho, tarefa difícil QUERY - εγχείρημα, περιπέτειαaventura, empreendimento de risco - έργο, αποστολή, εντεταλμένο έργο, καθήκον, υποχρέωσηdesignação, tarefa - Manhattan Project (en) - παραγγελίαencomenda[Spéc.]

σκοπεύωtencionar, ter a intenção de, traçar, tramar - empreender, encarregar-se de - task (en) - esforçar-se, penar - δουλεύω σαν σκλάβος, δυσκολεύομαι, εργάζομαι σκληρά ως ανειδίκευτος εργάτης, κοπιάζω, μου βγαίνει το λάδι στη δουλειά, πασχίζωesforçar-se, lidar, trabalhar[Dérivé]

empreendimento (n.) • emprego (n.m.) • tarefa (n.f.) • έργο (n.) • εγχείρημα (n.) • καθήκον (n.)

-

 


   Publicidad ▼