Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

αγγαρείαtrabalho; faina; frete[Classe]

trabalho[Classe]

produit effectif d'un travail (fr)[Classe]

variété, sorte de travail (fr)[Classe]

(δοκιμασία; βάρος; έγνοια; φορτίο; άχθος)(obrigação; dever; tarefa; ter que; sobrecarga; peso; fardo)[Caract.]

(ανία)(aborrecimento; tédio)[Caract.]

(muchos) (es)[Caract.]

(σκέψη), (έχω; εκλαμβάνω; νομίζω; πιστεύω; θεωρώ; κρίνω)(pensamento; reflexão), (pensador), (descobrir; encontrar; achar; julgar)[termes liés]

qui a une certaine, une longue durée (fr)[Caract.]

δουλειά, εργασία, κάματοςmão-de-obra[Hyper.]

δουλεύω σαν σκλάβος, δυσκολεύομαι, εργάζομαι σκληρά ως ανειδίκευτος εργάτης, κοπιάζω, μου βγαίνει το λάδι στη δουλειά, πασχίζωesforçar-se, lidar, trabalhar[Dérivé]

 


   Publicidad ▼