Publicidad ▼


 » 

diccionario analógico

hasardé (fr)[Classe]

hypothétique (fr)[Classe]

qui n'est pas tel qu'il paraît (fr)[Classe]

qui peut être contesté (fr)[Classe]

difficile à déterminer précisément (fr)[Classe]

riskantní; nebezpečný; obtížnýπαρακινδυνευμένος; δύσκολος; επικίνδυνος; ριψοκίνδυνος; αναξιόπιστος[Classe]

indeterminate (en) - uncertain (en) - doubtfull (en) - nejistýαβέβαιος, ακαθόριστος, αόριστος - lákavý (es) - namátkovýκυβευτικόσ, τυχαίος - scabreux (fr) - náladovýάστατος, ευερέθιστος, ευμετάβλητος, κυκλοθυμικός - nepříjemné, nežádoucí, politováníhodný, to je mrzuté, to je škodaατυχές, θλιβερός, κακώς, λυπηρόσ - nečistý, obskurní - záhadnýδυσεπίλυτος - dangereux (fr) - nejasnýδυσνόητος - exposé (fr) - misé (fr) - amphibole (fr) - podmíněnýπου γίνεται με προϋποθέσεις - boiteux, claudiqueux (fr) - nerozhodnutý, nerozhodný, nevyřešený, otevřenýεκκρεμής, που δεν έχει ακόμη αποφασιστεί - απροσδιόριστοσ - floating (en) - oscillant (fr) - nerozhodný, váhajícíαναποφάσιστος - nejistýαπροσδιόριστοσ, ασαφής, αόριστος - na pochybách, na vážkách, nerozhodnýαβέβαιος, που δεν οδηγεί σε οριστικό αποτέλεσμα - ni carne ni pescado (es)[Spéc.]

-

 


   Publicidad ▼