» 

diccionario analógico

prétentieux, vantard (fr)[Classe]

content de soi (fr)[ClasseParExt.]

afantasmado, engreído, pagado de sí mismo, presumido - outrecuidant (fr) - indomptable (fr) - descarado, impertinente - αναιδής, κατάφωρος, προσβλητικόςdescarado, fesco, impertinente, insolente - sourcilleux (fr) - gourmé (fr) - superbe (fr) - desdeñoso - περιφρονητική, περιφρονητικό, περιφρονητικός, που κάνει περιφρονητικά σχόλιαaltivo, desdeñoso, despectivo, despreciativo - bouffi (fr) - ivre d'orgueil (fr) - bouffi d'orgueil (fr) - pétri d'orgueil (fr) - enivré d'orgueil (fr) - curro, petulante, presumido, ufano, vanidoso - υπερβολικά σίγουρος, υπερόπτηςaltivo, arrogante, creído - αγέρωχος, αλαζονικός, αρχοντικός, αυταρχικός, ισχυρογνώμων, μεγαλόπρεπος, υπεροπτικός, υπερφίαλος, υπερόπτηςaltivo, arrogante, de altivez, desdeñoso, despectivo, despreciativo, de superioridad, dominante, engreído, grandioso, insolente, menospreciativo, noble, presumido, presuntuoso - rogue (fr) - odoriferous (en) - avantageux (fr) - gonflé d'orgueil (fr) - enflé (fr) - raide (fr) - renchéri (fr) - demostrativo, fastoso, fastuoso, ostentoso - κενόδοξη, κενόδοξο, κενόδοξος, ξιπασμένος, που ανήκει ή αναφέρεται σε κλίκες, συμμοριακόσ, τησ κλίκασ, φαντασμένοςesnob, esnobista, exclusivista, presumido - empesé (fr) - αλαζών, ξιπασμένοσ, υπερήφανοσcreído, presumido - συγκαταβατικόςaltivo, condescendiente, desdeñoso, paternalista - αυτάρεσκος, κυριλέ, που κάνει το σπουδαίο, σπαστικόςarrogante, creído, engreído, pedante, petulante, presumido, satisfecho de sí mismo, ufano - πομπώδης, στομφώδηςgrandilocuente, grandílocuo - dogmatique (fr) - pompier (fr) - glorieux (fr) - pedante - important (fr) - pénétré (fr)[Spéc.]

ακατάδεκτος, φαντασμένοςaltanero, creído, orgulloso, pretencioso, soberbio[Gén.]

-

 


   Publicidad ▼